ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Αναπληρωτής Διευθυντής 251 Γενικό Νοσοκομείο Αεροπορίας / Διδάκτωρ πανεπιστημίου Αθηνών / Μετεκπαιδευθείς εις Royal Brompton Hospital / Imperial College University, St Thomas Hospital, London, UK / Μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Αλλεργιολογίας και Kλινικής Ανοσολογίας / Επιστημονικός συνεργάτης του Δ.Θ.Κ.Α.Υγεία

Ιατρείο: Αγίου Τρύφωνος 3 & Γούναρη 41, Άνω Γλυφάδα 

ΑΛΛΕΡΓΙΕΣ & ΘΕΡΑΠΕΙΑ:ΑΝΤΙΙΣΤΑΜΙΝΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΑ

Τα φάρμακα που κατά βάση χρησιμοποιούνται για τη συμβατική θεραπευτική αντιμετώπιση των αλλεργιών είναι τα αντιισταμινικά, τα στεροειδή (κορτιζονούχα) σπρέι και τα βρογχοδιασταλτικά. Επιπλέον φυσικά των συμβατικών φαρμάκων χρησιμοποιούνται τα ανοσοθεραπευτικά εμβόλια και τα μονοκλωνικά αντισώματα.

Αντιισταμινικά είναι η πιο ευρέως χρησιμοποιούμενη αγωγή για την αντιμετώπιση αλλεργιών. Ουσιαστικά αναστέλλουν τη δράση της ισταμίνης, ουσίας η οποία προέρχεται από τα μαστοκύττταρα και προκαλεί τα περισσότερα από τα συμπτώματα των αλλεργιών, όπως είναι οι πομφοί (κόκκινα σπυράκια), ο κνησμός (φαγούρα) του δέρματος, η καταρροή, οι πταρμοί στη μύτη, η επιπεφυκίτιδα στα μάτια κ.ά

Αντιισταμινικά φάρμακα χρησιμοποιούνται κυρίως για τη θεραπεία της αλλεργικής ρινίτιδας και του κνησμού, καθώς και για την αντιμετώπιση των τσιμπημάτων από έντομα, Επιπλέον, χορηγούνται στην αλλεργική ρινοεπιπεφυκίτιδα, στις κνιδώσεις και στα διάφορα κνησμώδη εξανθήματα. Επίσης συμβάλλουν στην αντιμετώπιση της αναφυλαξίας, της πιο σοβαρής αλλεργικής αντίδρασης μαζί με την αδρεναλίνη και τα συστηματικά κοριτικοστεροειδή.

Τα Η2- αντιισταμινικά φάρμακα μερικές φορές χρησιμοποιούνται για να βοηθήσουν στη μείωση του αισθήματος αδιαθεσίας, ναυτίας, ή εμετού.

Οι παρενέργειες των αντιιισταμινικών φαρμάκων, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων είναι ήσσονος σημασίας.

Κατηγορίες αντιισταμινικών φαρμάκων

Τα αντιισταμινικά φάρμακα ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες: τα αντιισταμινικά πρώτης γενιάς, (χλωρφαινυραμίνη, διφαινυδραμίνη, διμεθινδένη, υδροξυζίνη κ.ά), και τα αντιισταμινικά δεύτερης γενιάς, (σετιριζίνη, λοραταδίνη, μιζολαστίνη, αζελαστίνη, κ.ά). Τα αντιισταμινικά πρώτης γενιάς ενδέχεται να προκαλέσουν υπνηλία, ξηροστομία κ.ά. Τα αντιισταμινικά δεύτερης γενιάς είναι εξαιρετικά ασφαλή και έχουν λιγότερες παρενέργειες από τα προηγούμενα, με συχνότερες την υπνηλία και την ήπια καταστολή.

Τις δύο περίπου τελευταίες δεκαετίες έχουν κυκλοφορήσει πιο σύγχρονα φάρμακα, όπως η λεβοσετιριζίνη, η δεσλοραταδίνη, η εμπαστίνη , η ρουπαταδίνη τα οποία αποτελούν εξέλιξη των αντιισταμινικών δεύτερης γενιάς, για αυτό εξάλλου και από πολλούς αποκαλούνται αντιισταμινικά τρίτης γενιάς. Η δράση τους είναι άμεση και αποτελεσματική, έχουν μηδαμινές παρενέργειες και η λήψη τους επιτρέπεται για μεγάλα χρονικά διαστήματα, σε μεγάλες δόσεις, ακόμα και από παιδιά.

Επειδή όλα τα αντιισταμινικά ενδέχεται να προκαλέσουν ήπια υπνηλία, συνίσταται προσοχή στην οδήγηση κατά τη λήψη τους, για λόγους ασφαλείας.

Δοσολογία των αντιϊσταμινικών φαρμάκων: 
Η δοσολογία και το είδος των αντιισταμινικών φαρμάκων εξαρτάται από έναν συνδυασμό παραγόντων:

  • Ηλικία
  • Ασθένειες και άλλα φάρμακα που αφορούν στον ασθενή
  • Ηπατική και νεφρική λειτουργία του ασθενούς
  • Εγκυμοσύνη
  • Συνθήκες ζωής (άγχος, υπερβολική κούραση)
  • Τύπος αλλεργικής αντίδρασης

Μορφές αντιισταμινικών φαρμάκων

Τα αντιισταμινικά φάρμακα κυκλοφορούν σε διάφορες μορφές:

  • ως δισκία 
  • με τη μορφή σταγόνων 
  • ως σιρόπι 
  • ως δισκία σε συνδυασμό με κάποιο αποσυμφορητικό
  • Με τη μορφή ρινικού σπρέι
  • Με τη μορφή οφθαλμικών σταγόνων (είτε ως αμιγώς αντιισταμινικά, είτε σε συνδυασμό με άλλα φάρμακα, όπως σταθεροποιητές της μεμβράνης των μαστοκυττάρων και αγγειοσυσπαστικά).

Να σημειωθεί ότι τα αποσυμφορητικά φάρμακα που χορηγούνται σε μορφή δισκίων, ενδείκνυται να αποφεύγονται από τρεις κατηγορίες ασθενών:
1)    Εγκύους και θηλάζουσες μητέρες (υπάρχουν βέβαια αντιισταμινικά κατηγορίας Β που μπορούν να χορηγηθούν)
2)    Υπερήλικες
3)    Άτομα με υψηλή αρτηριακή πίεση,

καθώς επίσης ότι τα οφθαλμικά κολλύρια αυξάνουν τον κίνδυνο φλεγμονών στα μάτια, όταν ο αλλεργικός ασθενής φοράει φακούς επαφής.

Ένα αντιισταμινικό χάπι συνήθως αρχίζει να ενεργεί μέσα σε 30 λεπτά και η δράση του κορυφώνεται μέσα σε 1-2 ώρες. Η τακτική λήψη αντιισταμινικών φαρμάκων βοηθάει στον έλεγχο των συμπτωμάτων, ωστόσο η διάρκεια αγωγής εξαρτάται πάντοτε και από την επιμονή των συμπτωμάτων αλλά και από τους ερεθιστικούς παράγοντες.

Σε κάθε περίπτωση, είναι απαραίτητο να ζητάτε τη συμβουλή αλλεργιολόγου, προτού πάρετε οποιοδήποτε αντιισταμινικό φάρμακο διότι το κάθε αντιισταμινικό έχει τις ιδιαιτερότητες του: άλλο είναι πιο κατάλληλο στο δέρμα, άλλο είναι πιο κατάλληλο στη ρινίτιδα, άλλο προκαλεί περισσότερη υπνηλία.

Footer logos 1
Footer logos 2
Footer logos 3